Έφτασε λοιπόν η στιγμή για την επιστροφή στο Μπέρμιγχαμ, τέσσερα χρόνια μετά το φινάλε της σειράς. Ο Tommy Shelby έχει αποσυρθεί και ζει στην απομόνωση μετά και τον θάνατο του αδερφού του, Arthur. Τα ηνία των Peaky Blinders έχει αναλάβει ο γιος του, Duke (Barry Keoghan), ο οποίος ακολουθεί μία βίαιη προσέγγιση, ταιριαστή με το νεαρό και παρορμητικό της ηλικίας του. Παράλληλα, στις αρχές του Β’ Π.Π. ο πράκτορας των Ναζί, John Beckett, προσεγγίζει τους Peaky Blinders, έτσι ώστε να διανείμουν 350 εκατομμύρια πλαστές λίρες μέσω του δικτύου τους, μια αποστολή που φέρνει ξανά τον Tommy αντιμέτωπο τόσο με τον κόσμο που άφησε πίσω, όσο και με τον ίδιο του τον εαυτό.
Τα γνώριμα μονοπάτια του Peaky Blinders είναι πάλι εκεί. Οικογένεια, εξουσία, πόλεμος, εσωτερικοί δαίμονες. Φυσικά το magnum opus της ταινίας δεν θα μπορούσε να μην είναι ο Cillian Murphy, ο οποίος με μία ώριμη ερμηνεία δίνει έναν κουρασμένο και πιο εσωτερικό Thomas Shelby. Υπάρχουν στιγμές που η ταινία ακουμπά ξανά τη δύναμη της σειράς: η ατμόσφαιρα, η μουσική, το στιλ, το βλέμμα που του ρίχνουν όλοι όταν ο Tommy μπαίνει σε κάποιο δωμάτιο.
Ωστόσο, εκεί που περιμένεις μια πραγματική κινηματογραφική κορύφωση, το The Immortal Man δείχνει να μένει πίσω. Σε μεγάλο μέρος του δεν θυμίζει πλήρως ταινία, αλλά ένα εκτεταμένο επεισόδιο που δεν παίρνει τον χρόνο (ή δεν βρίσκει τον τρόπο) να αναπτύξει όλους τους χαρακτήρες και τις ιδέες του όπως θα έπρεπε. Η αφήγηση μοιάζει μπερδεμένη ανάμεσα στις θεματικές της: άλλοτε βιαστική, άλλοτε αργόσυρτη, χωρίς να χτίζει σταθερά προς μια κορύφωση που να δικαιώνει το βάρος του φινάλε.
Τελικά, πρόκειται για μια αξιοπρεπή, αλλά όχι απολύτως αναγκαία επιστροφή στο σύμπαν του Steven Knight. Θα ικανοποιήσει τους fans, κυρίως χάρη στον Murphy και τη γνώριμη αισθητική, αλλά δύσκολα θα αφήσει το ίδιο αποτύπωμα με τη σειρά. Περισσότερο μοιάζει με ένα τελευταίο αντίο, παρά με ένα νέο κεφάλαιο που είχε πραγματικό λόγο ύπαρξης.





