Το Pillion, η νέα ταινία του Harry Lighton (που βασίζεται στο μυθιστόρημα Box Hill του Adam Mars‑Jones) ξεκινά από μια απλή συνάντηση: ο ντροπαλός Κόλιν (Harry Melling), που δουλεύει ως υπάλληλος σε χώρους στάθμευσης και τραγουδά σε κλαμπ α καπέλα, συναντά τον μυστηριώδη μηχανόβιο Ρέι (Alexander Skarsgård) και μπλέκει σε μια σχέση κυριαρχίας–υποταγής.
Η σκηνοθεσία του Lighton είναι ρηξικέλευθη για πρώτο φιλμ: δεν αποφεύγει το τολμηρό, δεν καταφεύγει στην εύκολη συναισθηματική φόρμουλα, αλλά επιχειρεί να αιχμαλωτίσει τις αποχρώσεις μιας σχέσης που τόσο μοιάζει με εξουσία όσο και με πόθο.
Το «Pillion» ξεχωρίζει για το πώς λειτουργεί ο ρυθμός και η φόρμα. Η κινηματογράφηση και η ατμόσφαιρα δημιουργούν ένα ανάμεικτο δοχείο: η φαινομενική «ροή» της καθημερινότητας του Κόλιν (τα μικρά του λάθη, η ρουτίνα, το οικείο) συγκρούεται με την είσοδο του επιβλητικού, σιωπηλού και ελκυστικού Ρέι. Ο Σκάρσγκαρντ κατορθώνει με την παρουσία του να γεμίζει την οθόνη χωρίς πολλές λέξεις, και παράλληλα ο Μένινγκ αποδεικνύει ότι μπορεί να κρατήσει ένα ρόλο που απαιτεί ευάλωτο εσωτερικό κόσμο.
Επιπλέον, η ταινία δεν φοβάται το σεξ. Αρχικά είναι ένα σημαντικό shock factor, εν συνεχεία όμως ενσωματώνεται στην αφήγηση ως έκφραση επιθυμίας και αμφιθυμίας.
Το Pillion δεν έχει απολύτως κανέναν λόγο να είναι τόσο διασκεδαστικό, ακόμη και τρυφερό. Σίγουρα δεν είναι ταινία για όλους και έχει πράγματι μικρά σημεία που αφήνουν μια αίσθηση που «θα μπορούσε να πάει παραπέρα». Ωστόσο πρόκειται για ένα εγχείρημα που προκαλεί και ενίοτε συγκινεί. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προβολές του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και, γιατί όχι, της χρονιάς.





